Η κρητική μπανάνα και η καλλιέργεια της

bananasΣτις αρχές της δεκαετίας του ’20 ο καλόγερος Λουκάς, έφερε μαζί του λίγα φυτά μπανάνας από τους Αγίους Τόπους και τα φύτεψε στη Μονή του Αγ. Αντωνίου Άρβης. Τα φυτά έκαναν καρπούς όμως κανένας δε θέλησε να δοκιμάσει παρά το ωραίο τους άρωμα. Κάποιοι κάτοικοι φύτεψαν μερικά φυτά στις αυλές και στα χωράφια τους ως διακοσμητικά. Στο μεταξύ ένας περαστικός γιατρός που γνώριζε το φρούτο το δοκίμασε μπροστά στους κατοίκους της περιοχής και έτσι στις αρχές του ’30 ξεκίνησε η καλλιέργεια της μπανάνας μόνο για εμπόριο και όχι για τροφή των κρητικών. Η μεταφορά του στην Αθήνα γινόταν με ζώα και φορτηγά πλοία.

Αρχές της δεκαετίας του ’40 αρχίζει η καλλιέργεια της μπανάνας στα βόρεια παράλια του Ηρακλείου. Τότε η τιμή της εκτοξεύεται στις 25 δρχ. η οκά το χειμώνα και το καλοκαίρι πέφτει στις 5 δρχ. Την ίδια εποχή η τιμή του λαδιού δεν ξεπερνούσε τις 7 δρχ./οκά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 οι κάτοικοι της Κρήτης απόφασίζουν να γευτούν τη την μπανάνα και αρχίζει η διάθεση του προϊόντος και στις αγορές του νησιού. Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, αρχίζει η εισαγωγή μπανάνας κατά τη διάρκεια του χειμώνα από τις αφρικανικές χώρες και τη Νότια Αμερική καθώς η παραγωγή δεν αρκούσε.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 καλλιεργούνται οι μπανάνες σε θερμοκήπια της Ιεράπετρας, της Σητείας και του Ν. Λασιθίου. Λίγα χρόνια αργότερα υπάρχουν 5.000 στρέμματα θερμοκηπιακής μπανάνας και 2.500 στρέμματα υπαίθριας με παραγωγή 30.000 τόνους ετησίως. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται ως χρυσή εποχή της μπανανοκαλλιέργειας. Η τιμή πώλησης φτάνει τις 500 και 600 δρχ. το κιλό και η ζήτηση είναι μεγάλη. Οι ανάγκες σε επίπεδο χώρας αγγίζουν τους 100.000 τόνους ετησίως. Το 1989 επιτρέπεται και πάλι η εισαγωγή της μπανάνας, που είχε απαγορευτεί μετά από τις διαμαρτυρίες των μπα-νανοπαραγωγών το 1981. Έμποροι και καταναλωτές στρέφονται τότε στην εισαγόμενη μπανάνα. Η ντόπια μπανάνα βρίσκεται στα αζήτητα και η πλειοψηφία των μπανανοπαραγωγών αναγκάζεται να αλλάξει καλλιέργεια. Οι λίγες ποσότητες που παράγονται πλέον διακινούνται κατά βάση στις αγορές της Κρήτης.